Το τριήμερο του μοναχού


Όταν βράδιασε η δεύτερη μέρα, είπε,
κοιμήθηκα στο ύπαιθρο∙ μπροστά μου σκιες κοιμισμένες,
σκέφτηκα πως θα κρυώνανε μα δεν μπορούσαν να το πουν–
ακόμα δεν γίναν άνθρωποι: διάφανες, σιωπηλές
ανεμίζανε τα μαύρα τους τα σεντόνια, όλη νύχτα.
Την τρίτη μέρα, πρωί πρωί, θα γεννιόνταν
κι έτσι θα μένανε: σιωπηλές, κοιμισμένες, μια ζωή–
οι άνθρωποι της τρίτης μέρας∙ αμίλητη, παράξενη
όπως κι η πρώτη

η νύχτα κοιμάται τυφλή, μα η μέρα ονειρεύεται
με τα μάτια ορθάνοιχτα: την πρώτη μέρα
με τύφλωνε ο ήλιος που έπεφτε πάνω στις άσπρες κολόνες.
Άδεια μαρμαρένια μάτια –ήταν άραγε αυτά νεκρά ή εγώ
δεν έβλεπα καθαρά μέσα τους– κι έτσι προχώρησα, κύκλο μισό:
τι γύρευα πίσω απ’ τη βάση του αγάλματος
γύρω-γύρω σαν να κυνηγούσα την ουρά μου;
μα για τ’ αγάλματα μίλησαν κι άλλοι

γι’ αυτό μπήκα στο ναό, κι εκεί κοιμήθηκα –όλη την πρώτη νύχτα περίμενα∙ οι τοίχοι, τσίγκινοι, μου απαντούσαν:
στομωμένα βροντεία και νερό βαλτωμένο.
Δεν θυμόμουν τι είχα ρωτήσει πριν μπω να ξαπλώσω

μα ξύπνησα με το πρώτο φως στα γυάλινα παράθυρα–
άναψα κερί και βγήκα∙ οι χρυσές θημωνιές με τυφλώναν.
Κάποιος δούλευε κει σκυμμένος, ένα κεφάλι ψάθινο καπέλο
με κοίταξε μόλις φάνηκα, σαν να με περίμενε: «εδώ το κρασί
κι η φλογέρα, εδώ το ψωμί και το πνεύμα», με καλημέρισε–
τ’ αυτιά μου θα ‘ταν βουλωμένα απ’ το παγερό πάτωμα
όμως κιόλας η μέρα, ζεστή, με τραβούσε

και μου φάνηκε σαν να μου ’πε ο γέρος:
πρέπει να σου γνωρίσω τα κορίτσια μου –ο άνεμος τα πήρε
κι αυτά του τα λόγια, μα τώρα πατούσα καλά στην κόκκινη γη.
Τα ‘βλεπα ήδη –να βόσκουν αχόρταγα: δεν ξέρω τι μου ’ρθε
κι αναψοκοκκίνισα –τα στήθη φουσκωμένα απ’ το γάλα

το μεσημέρι στο τραπέζι του γέρου∙ ήταν μονάχος, με τη γριά του.
Το πρωί δεν τον είχα δει μ’ αυτή τη μακριά γενειάδα
τώρα τον έβλεπα, απορημένος: τι στο καλό μου θύμιζε;
κουτάλες τα μπράτσα του, έμοιάζε να κολυμπούσε με απλωτές
μα είχε, έλεγα, πόνο στο βλέμμα: «τ’ απόγεμα πάμε κάτω στην πόλη∙

ο γιος μου πιάστηκε σ’ ένα μηχάνημα» –μα δεν είχε κορίτσια;
τι ιστορία κι αυτή, και τι δηλαδή θα κάνει για να τον βγάλει;
«Τα ’χω όλα ετοιμασμένα»

κι έμοιαζε είν’ η αλήθεια τελείως παράταιρος στην έξοδο του μετρό,
κεντρικός σταθμός, με τα κοφίνια και τα φλασκιά να του κρέμονται:
«ασ’ τα όλα πάνω μου», το είπε κάπως επίμονα, κι άχνιζε
εδώ από κάτω η άσφαλτος λείο ταψί∙ τεράστια κατασκευή πλεξιγκλάς
δέσποζε στο απογευματινό τοπίο –ήταν, αυτή, καινούργια
κι όσοι δεν είχαν πια δουλειά, στέκονταν από κάτω με στόμα ανοιχτό:
έτσι τους είδε

μα πώς το λένε, άραγε, το έργο; «Αύριο ίσως πεινάσετε», είπε–
αλλόκοτος τίτλος, πήγα ν’ απαντήσω, και δαγκώθηκα.
Κι άνοιξε τότε το κοφίνι του, και με τα μπράτσα σαν κουπιά
έδινε σε όποιον πέρναγε: «πάρτε το και το ψωμί και το κρασί
και τ’ άλλα όλα θα σας χρειαστούν»∙ ήδη βράδιαζε
«και προσέχετε το δρόμο σπίτια σας»
–οι άνθρωποι της πόλης τον κοίταξαν σαρκαστικά–
«θα ’ναι ψεύτικος∙ θα περπατάτε όλη νύχτα χαμένοι στο δάσος
και το πρωί θα σας έχουν περάσει χέρια-πόδια στο δόκανο»–
χαμήλωσε λίγο το κεφάλι∙ «μα δε θα μ’ ακούσετε», μονολόγησε

πλησίασα∙ πήγα τότε να δω μες στα μάτια του –πρώτη φορά,
μα σκέπασε πάλι το κεφάλι με το ψάθινο καπέλο, ως τη μύτη
και μας γύρισε την πλάτη –η δεύτερη μέρα.

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: