Αρχική > 139, Δημήτρης Κονιδάρης, Ελένη Λάμαρη, Πόρφυρας, Ποιήματα > …να η Λάμαρη, ποιήτρια ξεχασμένη

…να η Λάμαρη, ποιήτρια ξεχασμένη


Η ΑΘΗΝΑΙΑ ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΤΟΥ 19ΟΥ ΑΙΩΝΑ

ΠΟΥ ΔΙΑΣΩΖΕΙ ΣΕ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ Ο Κ.Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Και μια πλάκα στη χλόη μισοκρυμμένη
– έτσι τώρα τη συμβολίζει ο Άδης –
να η Λάμαρη, ποιήτρια ξεχασμένη

Κώστας Καρυωτάκης: «Τάφοι»
(Ελεγεία και σάτιρες, 1927)

Ένας βαθύς, αμοιβαίος συναισθηματικός δεσμός, αποτυπωμένος και σε αμοιβαία αφιερωματικά ποιήματα (λίγα χρόνια ενωρίτερα από τον μοιραίο έρωτα της Μαρίας Πολυδούρη προς τον Κ.Γ. Καρυωτάκη), ο δεσμός της ποιήτριας Ελένης Σ. Λάμαρη (Αθήνα 1878 ή 1880–Αθήνα 1912) και του ποιητή Στέφανου Μαρτζώκη (Ζάκυνθος 1855–Αθήνα 1913), περνά σήμερα σχεδόν απαρατήρητος. Ο συνειρμός προκύπτει αβίαστα, καθώς ο Κ.Γ. Καρυωτάκης συντελεί μ’ ένα ποίημά του στη διάσωση του ονόματος της σχεδόν άγνωστης τότε –και σήμερα– Ελένης Σ. Λάμαρη.

Στον καιρό του ο Στέφανος Μαρτζώκης (που, όπως έγραψε ο Μάρκος Αυγέρης, «οι νέοι τον εκτιμούσαν πολύ για τον αρμονικό στίχο του και τον θεωρούσαν σαν έναν από τους τελευταίους αντιπροσώπους της εφτανησιώτικης σχολής») είχε γνωρίσει φήμη, μελοποιήθηκαν πολλά τραγούδια του, αγαπήθηκε κι έγινε το επίκεντρο ενός κύκλου νεαρών τότε ποιητών (Άγγελου Σικελιανού, Σωτήρη Σκίπη, Απόστολου Μελαχρινού, Ρώμου Φιλύρα), που σύχναζαν στο «φιλολογικό» καφενείο «Νέον Κέντρον». Παρ’ όλ’ αυτά, η διάθεσή του στη ζωή και στην ποίησή του υπήρξε πονεμένη. Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, στην πικρή της ζωή η Ελένη Σ. Λάμαρη βρήκε τον αντίλαλο της προσωπικής μοναξιάς του Στέφανου Μαρτζώκη.

Τελικά, όμως, ποια ήταν η Ελένη Σ. Λάμαρη;

Ο Στέφανος Μαρτζώκης, ο οποίος άσκησε επίδραση στη διαμόρφωση του πηγαίου λυρισμού, της ρομαντικής λιτότητας και της στρωτής δημοτικής γλώσσας της Ελένης Σ. Λάμαρη, είχε γράψει για την κατά 23 τουλάχιστον χρόνια νεότερή του ποιήτρια το παρακάτω ποίημα:

ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΛΑΜΑΡΗ

Θε νάσαι και συ πλάσμα
του πλιο γαλάζιου κόσμου
και μόλις σ’ είδα εμπρός μου
σ’ ονόμασα αδελφή.

Θε να ’ζησες μ’ εμένα
κι αισθάνθηκα σα βρύση
στα στήθεια ν’ αναβρύσει
η πλιο λευκή στοργή.

Για σένα απ’ το τραγούδι
που ψάλλουν κόσμοι χίλιοι
και που μυριάδες ήλιοι
τ’ ανοίγουν την αυγή,

σα σπίθα μες στη στάχτη
στο φτερωτό μου στίχο
εκράτησε έναν ήχο,
για να σε βρω στη γη.

Η Ελένη Σ. Λάμαρη, ηπειρώτικης καταγωγής (από τη Λάμαρη της Πρέβεζας) σπούδασε μουσική κι αργότερα επιδόθηκε στο στίχο, ιδίως αφ’ ότου γνώρισε, τον ποιητή Στέφανο Μαρτζώκη. Η σύντομη ζωή της, για την οποία έχουμε ελάχιστα στοιχεία, πέρασε ανάμεσα στον μουσικό αυτοσχεδιασμό και στην ποίηση. Στη συλλογή της, που εξέδωσε ένα χρόνο πριν πεθάνει με τον τίτλο Ποιήματα (1911), αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα της και μ’ ένα σύντομο προλογικό σημείωμά της, στο οποίο πλεοναστικά διευκρινίζει ότι παραθέτει ως πρόλογο επιστολή του γλωσσολόγου Γεωργίου Ν. Χατζηδάκι (1848– 1941), αφιερώνει από τη δική της πλευρά στον Στέφανο Μαρτζώκη το παρακάτω ποίημα:

ΜΑΗΣ

Στον ποιητή Στέφανο Μαρτζώκη

Σ’ εγνώρισα, κ’ ήταν ημέρα εκείνη
Μαγιάπριλο του νου και της ψυχής,
Κι αν στα φτερά σου έτρεχεν η οδύνη,
Τη θέρμη αισθάνθη η λύρα της ζωής.

Σ’ εγνώρισα, ήταν ω τότε! Ακόμη
Τα πρώτα χρόνια που γελά η χαρά,
Κι όμως το δάκρυ μου έσταζε στο χώμα
Για να σκεπάση κάθε μου ευτυχιά.

Είχες εσύ την άφθαστη αρμονία
Μεσ’ στην καρδιά, στο νου σου το χρυσό,
Κ’ εγώ ζητούσα μεσ’ στη μελωδία
Τον πόνο μου να θάψω τον κρυφό.

Είχες και συ τον πόνο μεσ’ στα στήθη
Κ’ η τέχνη μ’ ένα αθάνατο φιλί
Μας ένωσε κι ο ήχος του εχύθη
να ψάλλη μιαν αθάνατη αυγή

Και τώρα που κι οι δυο μας ενωμένοι
Συντρίβουμε στον πόνο τα φτερά,
Κάποια πνοή περνά κι εδώ μας δένει
Κάποιες σκιές που πλάττει η φαντασιά.

Είνε η δόξα, η τερπνή ελπίδα,
Η αγάπη που γυρεύει ο ποιητής;
Το άσβεστο το φως που μιαν αχτίδα
Ρίχνει θερμή στα κρύφια της ψυχής;

Οι ευωδιές είνε που ζουν στην πλάσι
Κι όπου τη μέθη χύνουν την αγνή;
Ό,τι του ποιητού έχει αγκαλιάσει
Η πονεμένη κι άπειρη φωνή;

Μα ό,τι κι αν περνά ό,τι κι αν ψάλλη
Το ρόδο, η δάφνη, η ευωδιακή νυχτιά,
Που μύριους πόθους μάς γεννά και πάλλει
Από αγάπη κι όνειρα η καρδιά,

Στη σκέψι ένα Μαγιάπριλο ανθίζει,
Εκείνο που μια μέρα σ’ είδα εδώ,
Και κάποιο ρόδο που δε ξεφυλλίζει,
Στα στήθη μου περήφανα κρατώ.

Εκτός απ’ αυτό το ποίημα, αρκετά ποιήματα της συλλογής της Ελένης Σ. Λάμαρη είναι εμμέσως αφιερωμένα στον Στέφανο Μαρτζώκη, όπως και άλλα στον πατέρα της.

Η Ελένη Σ. Λάμαρη ανθολογείται σε ελάχιστες ανθολογίες. Μεταξύ αυτών, στη Λογοτεχνία των Ελλήνων του Χάρη Πάτση και στην Ανθολογία Νεοελληνικής Ποιήσεως του Μιχ. Περάνθη. Στην ανθολογία Περάνθη ανθολογείται με τρεις στροφές από το ποίημα «Μάης», το αφιερωμένο στον Στέφανο Μαρτζώκη, όπου ο ανθολόγος έδωσε για τίτλο μέρος του πρώτου στίχου: «Σ’ εγνώρισα».

Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης και η Ελένη Λάμαρη

Στην Ελένη Σ. Λάμαρη αφιερώνει 15 χρόνια από τον θάνατό της ο Κ.Γ. Καρυωτάκης ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της νεοελληνικής ποίησης, τους «Τάφους», με το οποίο ουσιαστικά, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, διατηρείται μέχρι σήμερα και θα διατηρείται για πάντα το όνομα μιας ποιήτριας, που σήμερα μας ενδιαφέρει μόνο ως πηγαία και ειλικρινής περίπτωση ρομαντικής ευαισθησίας.

Στο ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη το όνομα της Ελένης Σ. Λάμαρη αναφέρεται μαζί με τα ονόματα δύο ακόμη ποιητών, του Στέφανου Μαρτζώκη και του Σπύρου Βασιλειάδη (Πάτρα 1844–Παρίσι 1874). Έχω την αίσθηση ότι ο Κώστας Καρυωτάκης δεν αναφέρει στο ποίημά του τυχαία μαζί τα ονόματα του Στέφανου Μαρτζώκη και της Ελένης Σ. Λάμαρη, συμπεριλαμβανομένου και του Σπύρου Βασιλειάδη, συνομήλικου του Στέφανου Μαρτζώκη και εκ των εκπροσώπων της Παλαιάς Αθηναϊκής Σχολής, κι ότι εμμέσως παραπέμπει και στη συναισθηματική έλξη Μαρτζώκη–Λάμαρη. Παράλληλα, οφείλουμε να υποθέσουμε ότι ο αυτοκτόνος ποιητής δεν επιχειρεί με το ποίημα αυτό να αποκαταστήσει κάποια υστεροφημία της ευαίσθητης αλλά απλής και κοινότοπης Ελένης Σ. Λάμαρη, αλλά μάλλον τη φυσική της παρουσία. Αναλόγως, και το παρόν σημείωμα επιχειρεί να φωτίσει τρυφερά την ύπαρξη μιας ευγενικής «μικρής» ποιήτριας, την οποία μνημονεύει στο ποίημά του ένας μεγάλος ποιητής, ο Κώστας Καρυωτάκης, που την τοποθέτησε μ’ αυτό τον τρόπο στις σελίδες της νεοελληνικής λογοτεχνίας και γραμματείας. Σε ύστατη ανάλυση, οφείλουμε να γνωρίσουμε κάπως καλύτερα την ποιήτρια αυτή, έστω και «ληξιαρχικά», καθώς λίγο ή περισσότερο μόνο το όνομά της μέσω του ποιήματος του Κ.Γ. Καρυωτάκη φθάνει μέχρι τις μέρες μας, κι ίσως ούτε κι αυτό.

Το ποίημα του Κ.Γ. Καρυωτάκη:

ΤΑΦΟΙ

Ελένη Σ. Λάμαρη, 1878-1912
Ποιήτρια και μουσικός.

Επέθανε με τους φριχτώτερους πόνους στο σώμα
και με τη μεγαλύτερη γαλήνη στην ψυχή.

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Πόση ησυχία δωπέρα βασιλεύει!
Οι τάφοι λες κι αυτοί χαμογελούνε,
ενώ με κεφαλαία σιγά μιλούνε
οι νεκροί γράμματα, βαθιά στα ερέβη.

Από κει, στην καρδιά μας που ειρηνεύει,
με απλά θέλουνε λόγια ν’ ανεβούνε.
Μα το παράπονο, ή ό,τι κι αν πούνε
– τόσο έφυγαν μακριά – δε χρησιμεύει.

Είναι όλος, να, διασταυρωμένα δύο
ξύλα ο Μαρτζώκης. Να ο Βασιλειάδης,
ένα μεγάλο πέτρινο βιβλίο.

Και μια πλάκα στη χλόη μισοκρυμμένη
— έτσι τώρα τη συμβολίζει ο Άδης —
να η Λάμαρη, ποιήτρια ξεχασμένη.

(Ελεγεία και σάτιρες, 1927)

Ο Φωκίων Πανάς για την Ελένη Σ. Λάμαρη

Δύο χρόνια αργότερα από τον θάνατο της Ελένης Λάμαρη, δηλαδή το 1914, δημοσιεύονται στο περιοδικό Ποικίλη Στοά δύο ανέκδοτα ποιήματά της (Τόμ. 16, Αρ. 1 (1914) – Άρθρα Ανέκδοτοι ποιήσεις Ελένης Λάμαρη: Κρινόφυλλο. Τρικυμία), μ’ ένα εισαγωγικό σχόλιο του δημιουργού του περιοδικού Φωκίωνα Πανά (1868–1938), γραμμένο τρεις μήνες ύστερα από τον θάνατο της ποιήτριας. Μεταφέρω το σχόλιο-νεκρολογία του Φωκίωνα Πανά και τα δύο ποιήματα, διατηρώντας την ορθογραφία και τις υπογραμμίσεις της πηγής, όπως και σ’ όλα τα πρωτότυπα κείμενα που καταχωρούνται εδώ:

ΕΛΕΝΗ Σ. ΛΑΜΑΡΗ

Ένα σεμνό λουλούδι στον κήπο του Παρνασσού ανθίζοντας στα μοσχόκλαδα της μητρικής του αγάπης, συντροφευμένο μερόνυχτα από τον παραπονεμένον κελαϊδισμόν της Μαρτζωτικής αηδόνος και την παραδείσιον όψιν των φαντασμαγορικών κύκνων της μεγάλης των ευρωπαίων ποιήσεως, καθρεφτιζόμενον απαλά στα κουσταλλένια της Ιπποκρήνης δροσόνερα και ίσως φυλλορροήσαν ακαίρως διότι Τάνταλος της Τέχνης αυτό με όλην την κατακαίουσαν δίψαν του ιδεώδους δεν ειμπορούσε ν’ αγνολουσθή στη μαγική της αγκάλη, ιδού εν ολίγοις η πολύκλαυστος Λάμαρη.

Στη λιγερή και κυπαρισσένια κορμοστασιά της, στα μεγάλα και αλαφρένια της μάτια, στην βαθύζοφον νύχτα των μελανοπτέρων ονείρων των, στον ολοπύρινο στεναγμό που εξετίνασσε τον κρατήρα του ψυχικού ηφαιστείου της και ’στο αιματοστάλαχτο δάκρυ που ραίοντάς μου τα χέρια από την επιθανάτιον κλίνην της – ψάλε με, μ’ έλεγεν, αύριον ψάλε με, σαν θα με δης νεκρωμένη – και εγώ δεν παρέλειψα την θλιβεράν ταύτην και σπαρακτικήν της παραγγελίαν, σε όλ’ αυτά ενόμιζον ότι έβλεπα την Εστιάδα εκείνην, που κρατώντας του αισθηματισμού τον δαυλόν εις μάτην προσεπάθει να εύρη εδώ μεν, τον βωμόν της απροσίτου της Τέχνης εκεί δε, προσκυνητάς εις την μαρτυρική της μυσταγωγίαν.

Υπάρχει είδος πτηνών ηδυλάλων, συμπαθών, οικοσίτων, τα οποία και εις το διάπλατον άνοιγμα του κλωβού των δεν εννοούν ν’ απομακρυνθώσι της προσφιλούς τους εστίας: Και αν προς στιγμήν προοπτερυγίσουν επί της στέγης και επί της κατέναντι επικαθήσουν πλατάνου, επανέρχονται πάλιν, ευσυνείδητοι σκλάβοι, διαραμφίζοντα στοργικά το κιγκλιδωτόν της φωλεάς αυτών τείχος.

Υπολαΐς της ποιήσεως και η Ελένη Λάμαρη αντί να πετάξη εις τον ευρύν της Τέχνης και ατέρμονα ουρανόν χαράσσουσα μίαν άγνωστον αλλ’ ιδίαν της τροχιάν με την τολμηράν πτέρυγα της ιδιοτύπου εμπνεύσεώς της επροτιμούσε να εγκλείεται, να στεγάζεται διαρκώς με τους περιπαθείς και αισθηματολόγους τερετισμούς της εις τον αρμονικόν, τον καλλίτευκτον και ωραίον κλωβόν της Μαρτζωκείου ποιήσεως.

Δια τούτο και εις την τελευταίαν εκατοντασέλιδον Συλλογήν της με όλον το χρώμα, με όλον τον τόνον, με όλην την ρέουσαν στιχουργίαν, εις το βάθος αυτής, εις αυτήν την σφαίραν της καλλιτεχνικής της διανοήσεως διαθέει λεληθότως η μεγάλη ψυχή του αγαθού και αλτρουϊστικού διδασκάλου της και μόνον εις δύο ή τρία ποιήματά της μπορεί να πη ότι έθεσε την σφραγίδα του φερέλπιδος προσανατολισμού της.

Πλην ήλθεν η ώρα, καθ’ ην η αγία ψυχή της έθραυσεν έτερον κλωβόν, τον κλωβόν του πολυωδίνου σαρκίου και την στιγμήν που ητένιζε το μυστηριώδες των δύο κόσμων μεταίχμιον και απεχαιρέτα δια παντός την λατρευμένην της φύσιν, εξεχείλισαν από της ψυχής της τα μάτια δύο μεγάλα διαμάντια αποτετυπωμένα εις το κρυστάλλινον πρίσμα της εθνικής και επομένως της αψιμμυθιώτου, και φυσικής μετρικής μας και τα διαμάντια αυτά κρυμμένα στου «Καλλιτέχνου» τας στήλας δύνανται να θεωρηθώσιν ως τα μόνα, τα γνήσια, τα ολοπάρθενα της καρδιάς της τραγούδια.

Αλλ’ αρκούν ταύτα μόνον, θα έλεγέ τις δια την απαιτητικήν, την αχόρταστον Δόξαν;

Εάν ήναι αλήθεια αναμφίλεκτος ότι «ουκ εν τω πολλώ το ευ, αλλ’ εν τω ευ το πολύ», εάν τον Ζιλμπέρ εδόξασεν το κύκνειον άσμα του γραμμένον στου Νοσοκομείου τον τοίχον, τον Μιλμποά «η πτώσις των φύλλων», τον Λαπράδ το θούριον προς τους εθελοντάς της Ελλάδος, τον Ρουζέ-δε-Λιζλ η Τηρταηκή Μασσαλιώτις του, διατί και μία δάφνη παρθενική να μη σκιάζη τον τάφον εκείνης, την οποίαν εις την πεζήν αυτήν και αγνώμονα εποχήν κατεβάζαμεν προ τριμηνίας στο χώμα τρεις σχεδόν μόναι φαντασματώδεις μορφαί – η αλλόφρων μητέρα της, ο αδελφός μου Μαρτζώκης και εγώ ο καταρώμενος την τύχην των ευγενών υπάρξεων, ως η Λάμαρη, επιτάφιος ψάλτης της;

Αύγουστος 1912 ΦΩΚΙΩΝ ΠΑΝΑΣ

***

ΑΝΕΚΔΟΤΑΙ ΠΟΙΗΣΕΙΣ † ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΜΑΡΗ

ΚΡΙΝΟΦΥΛΛΟ

Ένα κρινόφυλλο νεκρό τ’ αγέρι αργά το σέρνει
Ποιος ξέρει τι μεσ’ τη ζωή ακόμη το κρατεί!
Άταφο παραδέρνει
Μα κάτι αναζητεί.

Την ευωδιά του στην πνοή του ζέφυρου γυρεύει,
Στο σιωπηλό το βράδυασμα στη μυρωμένη αυγή,
Τον κρίνο του αγναντεύει
Κατάχλωμο στη γη.

Κ’ ενώ μονάχη συντροφιά του μένει μαύρη θλίψη
Του νεκρού κρίνου η μυρωδιά σα να ’ναι προσευχή
Πηγαίνει αργά στα ύψη
Μιας κόρης τη ψυχή.

ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Αρχίζεις μαύρη τρικυμία και τ’ άγριο βογγητό σου
Ανοίγεται βαρύθυμο, τη φύσι όλη τρομάζει,
Κι ο κεραυνός που κρύβεται μεσ’ στον ανασασμό σου
Σπαραχτικά ξεσπάζει.

Κάθε βοή σου κλει για με γλυκύτατη αρμονία
Στον ήχο της αθέλητα μαζύ πετά η καρδιά μου
Κ’ η όψι σου στα στήθη μου γεννά την ησυχία
Κυλούν τα δάκρυά μου.

Έζησα πάντοτε μ’ εσέ, κόρη σκοτεινιασμένη
Σ’ αυτό το χώμα που πατώ τα δάκρυά μου ενώνω
Με τη μαυρίλα που θωρώ τριγύρω μου απλωμένη
Και τον κρυφό μου πόνο.

† ΕΛΕΝΗ ΛΑΜΑΡΗ

Δημοσιεύσεις – μελοποιήσεις ποιημάτων της Ελένης Σ. Λάμαρη

Η Ελένη Σ. Λάμαρη δημοσίευσε ποιήματα, πεζά και μεταφράσεις σε μια σειρά από περιοδικά, μερικά από τα οποία μπορεί κανείς να αναζητήσει και στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών – Ανέμη – του Πανεπιστημίου Πατρών, συλλογή «Κοσμόπολις», http://xantho.lis.upatras.gr, http://anemi.lib.uoc.gr (μηχανή αναζήτησης ελληνικών ψηφιακών βιβλιοθηκών http:// openarchives.gr). Τα περιοδικά αυτά είναι:

α) η Πινακοθήκη (της «Εταιρείας των Φιλοτέχνων», μηνιαίο εικονογραφημένο καλλιτεχνικό περιοδικό, 1901-1906, με σημαντικότερους συνεργάτες τους: Σπ. Δε Βιάζη, Κ. Καιροφύλλα, Κλ. Ραγκαβή, Γρηγ. Ξενόπουλο, Ν. Καζαντζάκη, Παύλο Νιρβάνα, Μ. Μαλακάση, Ν. Λαπαθιώτη, Ιω. Πολέμη, Αχ. Παράσχο, Σπ. Τρικούπη, Ανδρέα και Στέφανο Μαρτζώκη),

β) το Ημερολόγιον Σκόκου (το περιεχόμενο του περιοδικού που ευρετηριάζεται στον παραπάνω ιστότοπο καλύπτει την περίοδο 1886-1918), και

γ) η Ποικίλη Στοά (το περιεχόμενο του περιοδικού που ευρετηριάζεται καλύπτει την περίοδο 1881-1914).

Σημειώνεται ότι από τα ποιήματα που είχαν δημοσιευθεί στα παραπάνω περιοδικά, μερικά συμπεριλαμβάνονται και στη συλλογή της ποιήτριας, με μικρές διαφορές (βελτιώσεις) σε κάποια απ’ αυτά. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι από ένα ποίημα (τη «Χλωμή δύσι») απουσιάζει στη συλλογή ολόκληρη η τέταρτη στροφή της αρχικής δημοσίευσής του στο Ημερολόγιον Σκόκου.

Η ποιητική συλλογή της Ελένης Σ. Λάμαρη «Ποιήματα» υποδιαιρείται στις εξής χαρακτηριστικές ενότητες: «Ελεγεία», «Ανοιξιάτικες συμφωνίες», «Φθινοπωρινές νοσταλγίες», «Χειμώνας», «Πικρά χαμόγελα» και «Σκόρπια λουλούδια», κλείνει δε με μία παράφραση (κατά τον χαρακτηρισμό της ιδίας) του ποιήματος «Θυμήσου» του Alfred de Musset, με το ποίημα «Δύο ρόδα» (αφιέρωση: «Στους αγαπητούς μου Κωνσταντίνο και Ελένην Ματζαγριωτάκη») και με τα ποιήματα των Guglielmo Felice Damian και Philéas Lebesgue, «Τα μάτια» και «Η ροδαριά», αντίστοιχα. Όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι σονέτα, εκτός από τα ποιήματα της ενότητας «Ανοιξιάτικες συμφωνίες», (σ’ αυτή την ενότητα περιλαμβάνεται και το ποίημα που αφιερώνει η Ελένη Σ. Λάμαρη στον Στέφανο Μαρτζώκη), καθώς και τεσσάρων ποιημάτων στις «Φθινοπωρινές νοσταλγίες».

Η συλλογή περιλαμβάνει συνολικά πενήντα επτά ποιήματα.

Το πρώτο ποίημα της συλλογής και της ενότητας «Ελεγεία» –συλλογή η οποία, όπως σημειώσαμε, είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα της ποιήτριας– έχει πηγή έμπνευσης αυτή την απώλεια. Το τελευταίο επίσης ποίημα αυτής της ενότητας είναι γραμμένο για τον πατέρα της, ενώ και το ποίημα «Δύο μητέρες», πρώτη δημοσίευση στο Ημερολόγιον Σκόκου, έχει ως θέμα τη μητέρα της ποιήτριας (δύο μητέρες: η φυσική μητέρα και η Παναγία).

Στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων φυλάσσονται παρτιτούρες τραγουδιών της Ελένης Σ. Λάμαρη, καθώς και η συλλογή της, υπό τα εξής στοιχεία:

1) Μη φύγης [002 ΨΥΧ 32522]: μελωδία άσμα και κλειδοκύμβαλον, παρτιτούρα (6 σ.), 34 εκ., συσταχωμένη με άλλα έργα. Στο εξώφυλλο του αντ. 1 χειρόγραφη αφιέρωση της ποιήτριας: «Στη σεβαστή Κυρία Ψυχάρη είνε μεγάλη τιμή μου να προσφέρω τα πρώτα και άτεχνα κομμάτια μου στην κόρη του Ρενάν και στη σύζυγο του Ψυχάρη. Με μεγάλο σεβασμό Ελένη Σ. Λάμαρη Αθήνα 15 Αυγούστου 1907». Στη σ.τ. του αντ. 1 η σφραγίδα: Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων. Δωρεά Ε. Μπενάκη. Εκδότης Ζ. Βελούδιος, [1907].

2) Του ναύτη το παράπονο [002 ΨΥΧ 32522]: λεμβωδία, 1 παρτιτούρα (5 σ.), 34 εκ., το αντ. 1 συσταχωμένο με άλλο έργο όπου η σφραγίδα: Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων. Δωρεά Ε. Μπενάκη. Athenes: Εκδότης G. Fexis, [1904],

3) Ποιήματα [002 ΚΛΣ Η6 4569 / 002 ΨΥΧ 8322]: στη σ.τ. του αντ. 1 της συλλογής Ψυχάρη η χειρόγραφη αφιέρωση της ποιήτριας: Στον ένδοξο αγωνιστή του πλειό δοξασμένου αγώνα κ. Γιάννη Ψυχάρη Στη σ.τ. του αντ. 1 της συλλογής Ψυχάρη η σφραγίδα: Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων. Δωρεά Ε. Μπενάκη. Στη σ.τ. του αντ. 1 της συλλογής Ψυχάρη η σφραγίδα: Bibliotheque du Senat. Fonds J. Psichari. Εν Αθήναις: Τυπογραφείον «Νομικής», 1911.

Το παλαιότερο δημοσιευμένο ποίημα της Ελένης Σ. Λάμαρη

Παρατίθεται το παλαιότερο, εξ όσων γνωρίζουμε, δημοσιευμένο ποίημα της Ελένης Σ. Λάμαρη, το «Σονέττο», από το περιοδικό Πινακοθήκη, Τόμ. 2, Αρ. 20 (1902), ποίημα με σαφή άξονα περιέλιξης την άδολη συναισθηματική έλξη της Ελένης Σ. Λάμαρη προς τον Στέφανο Μαρτζώκη, καίτοι ο ποιητής δεν κατονομάζεται. Η ποιήτρια ήταν τότε περίπου 22-24 ετών:

ΣΟΝΕΤΤΟ

Αν σιωπηλή και κάποτε θλιμμένη
Να γέρνω με θωρείς σιμά σ’ εσένα
Μια άλλη γλώσσα ουράνια μαγευμένη
Τα χείλη μού κρατεί σφιχτά δεμένα.

Απ’ τον πόθο η ψυχή πλημμυρισμένη
Βλέπει τ’ άγια της κρίνα σκορπισμένα
Και το τραγούδι αγάλι γάλι σβύνει
Και λόγια λέω πικρά κι απελπισμένα.

Η ψυχή μου σιμά σου μαρτυρεύει
Κι απ’ το μάτι κρυφό δάκρυ κυλάει
Το πρόσωπό σου το γλυκό να βρέξη∙

Εσέ κάθε μου πόθος συντροφεύει
Κι όπου βρεθής σ’ εσένανε πετάει
Της καρδιάς να σου πη μια μόνο λέξη

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αθηνάς Ταρσούλη: Ελληνίδες ποιήτριες 1857-1940, Αθήνα, 1951, σσ. 61-64.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. και Χάρη Πάτση, Λογοτεχνία των Ελλήνων, εκδ. οίκος Χάρη Πάτση Ε.Π.Ε. (Πανελλήνιος Οργανισμός Εγκυκλοπαιδικών Εκδόσεων), τόμ. 9.
2. Ό.π.
3. Ίσως λανθάνει και μία νεανική συλλογή (1900).
4. Ελένης Σ. Λάμαρη: Ποιήματα, εν Αθήναις, Τυπογραφείον «Νομικής», 1911.
5. Γεώργιος Ν. Χατζηδάκις, θεμελιωτής της επιστήμης της γλωσσολογίας στην Ελλάδα.
6. Ό.π., (υποσ. 2).
7. Μιχαήλ Περάνθη, Ανθολογία Νεοελληνικής Ποιήσεως, τόμ. δεύτερος, Από τον ενδέκατον αιώνα ώς σήμερον, Ελληνικά Γράμματα, χχ., σ. 343.
8. Κώστας Καρυωτάκης: «Τάφοι» (Ελεγεία και σάτιρες, 1927).
9. Το αίσθημα δικαίου του Κώστα Καρυωτάκη για άγνωστους ή ξεχασμένους, προφανώς και ελάσσονες ποιητές, αποτυπώνεται σφαιρικά και με τον καλύτερο τρόπο στο ποίημα «Μπαλλάντα για τους άδοξους ποιητές των αιώνων» (Νηπενθή, 1921).
10. (Ποικίλη Στοά / Ετήσιον Ημερολόγιον, υπό Ιωάννου Δ. Αρσένη, τη ευνοϊκή συμπράξει πολλών λογίων, εν Αθήναις, Τυπογραφείον Ελληνικής Ανεξαρτησίας, έτος πρώτο 1881 – 1914).
11. Χαρακτηρίζονται πράγματι ως ανέκδοτα, ωστόσο, το ποίημα «Κρινόφυλλο» ήταν ήδη δημοσιευμένο προ δεκαετίας (1904) στο Ημερολόγιον Σκόκου, Τόμ. 19, Αρ. 1 (1904).
12. Βασικές πηγές του παρόντος άρθρου.
13. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, http://catalog.parliament.gr/

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: