Το τάνγκο της Αλίκης


Λυκόφωτος ο ουράνιος θόλος στάζει
στη λυγμική και μειδιώσα σου όψη
τις αποχρώσεις του άλικου, και εν όψει
της νύχτας αραχτός σε κάνει χάζι.

Μιά κόκκινη βροχή βραχνών διαττόντων
στο τσακ και διάτονη είταν να ξεσπάσει
στο βλέμμα επάνω που ’χες ετοιμάσει
υπέρ των απουσών και των απόντων.

Κι ενώ μες στο κενό με χίλιες μούτες
οι ουρές των φώτων παίζαν τον Νιαγάρα
της διαύγειας, ήρθα εκεί με μια κιθάρα
να πω με bouche fermée και με μπατούτες

τ’ απόκρυφα τα λόγια και τη γλώσσα
του ζόφου που κατάπιε την πορφύρα·
πλημμύρα εσάλεψε σε μια φιλύρα –
του γκιώνη το γκιων-γκιων ψυχή είταν ζώσα,

κι ωστόσο ξόδι σήμαινε μαζί σου
που μού ’φυγες χαμογελώντας λίγο,
και με βροχές τα δειλινά τυλίγω
τα μάτια σου στα μύχια της αβύσσου.

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: