Όνειρο

Φεβρουαρίου 10, 2011 Σχολιάστε Go to comments

Περπάταγα στα σοκάκια της πόλης, στενό καλντερίμι με κόσμο που μ’ έσπρωχνε. Μπροστά ο παππούς με το μπαστούνι του και πίσω εγώ πνιγόμουν από τη ζέστη, αγκομαχούσα. Αφήσαμε την πόλη και φτάσαμε σ’ ένα πλάτωμα σκιερό, με γκρίζες πέτρες κι άγριο χορτάρι· ένα ρυάκι με το φως του ήλιου, μέσα από τα φυλλώματα, ν΄ αντανακλά στο νερό. Βγήκε η γιαγιά στην πόρτα και με φίλησε. Οσμή από καθαρά σεντόνια, ο βόμβος του τζίτζικα στο δροσερό δωμάτιο.

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: