Πατρίδα


Ἐδῶ ἦταν ἡ πατρίδα μας πού χάσαμε.

Γιά κείνη λέω πού τά τραγούδια της
κυλοῦσαν ἀπό τά μονόλιθα βουνά
τρύπωναν μέσ’ στίς φλέβες καί τίς φούσκωναν.
Πού γίνονταν γλῶσσες φωτιᾶς στό πυρομάχι
τῆς ψυχῆς, αἷμα πού ἵδρωνε πυκνό
πίσω ἀπό τῶν παππούδων τό μέτωπο. Πού γίνονταν
σχῆμα σταυροῦ πάνω στό μαξιλάρι μας
βροντή ἀπό μαύρη τουφεκιά ριγμένη
πίσω ἀπ’ τ’ ὄνειρο, κλάμα μητέρας πού θρηνεῖ
τό ἀκέφαλο κορμί τοῦ γιοῦ της.

Τώρα τά στήθη μας ἀδειάσαν καί βουβάθηκαν
κι ὅλοι μας πίνουμε νερό ἀπό πηγές θολές
βαδίζομε σέ δρόμους πού ἀπαρνήθηκαν
τό χῶμα, κι ὁ ἀέρας πού ἀνασαίνομε
ἔρχεται σφραγισμένος σέ κουτιά τενεκεδένια.

Πατρίδα —μάνα πού διπλώθηκες στή μνήμη τῶν γερόντων
σάν τήν κουβέρτα τῆς γιαγιᾶς τή σκοροφαγωμένη
γιά πόσα χρόνια ἀκόμη θά μιλοῦν τή γλῶσσα σου
τοῦτοι οἱ λακέδες πού σέ ξεπουλοῦν στούς ξένους;

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: